|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο concrete παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: lay
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | concrete n | (material) | σκυρόδεμα ουσ ουδ | | | (καθομιλουμένη) | μπετό, μπετόν ουσ ουδ άκλ | | | A statue made of concrete is at the entrance to the park. | | | Ένα άγαλμα φτιαγμένο από σκυρόδεμα βρίσκεται στην είσοδο του πάρκου. | | concrete n as adj | (made of concrete) | από σκυρόδεμα, από μπετόν περίφρ | | | (συχνό, αν και λάθος) | τσιμεντένιος επίθ | | | There is a concrete jogging path that runs throughout the park. | | | Υπάρχει ένας τσιμεντένιος διάδρομος για τρέξιμο που διασχίζει το πάρκο. | | concrete adj | (real, material) | αληθινός, πραγματικός επίθ | | | (μεταφορικά) | χειροπιαστός, απτός επίθ | | | The judge wants concrete proof of the crime. | | concrete adj | (not abstract) | σαφής, ξεκάθαρος επίθ | | | (μεταφορικά) | χειροπιαστός, απτός επίθ | | | The word "banana" has a concrete meaning. | | | Η λέξη «μπανάνα» έχεις σαφή σημασία. |
|
|